…μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα δένδρο σε ένα πράσινο λιβάδι κοντά σε ένα χωριό. Μια μέρα αυτό το δένδρο γέμισε φρούτα.
Τα φρούτα του ήταν πάρα πολύ νόστιμα, και έτσι οι χωρικοί σύντομα τα μάζεψαν όλα. Δεν υπήρχε τελειωμός από τον κόσμο που έπαιρνε από ένα κλαδί από το δένδρο για να το πάρει στο σπίτι του. Εξαιτίας όλων αυτών, το δένδρο ξεράθηκε μέσα σε μερικά χρόνια.
Στο χωριό αυτό υπήρχε ένας έξυπνος έμπορος. Αυτός μπόλιασε το δένδρο πριν ξεραθεί. Έβαζε λίπασμα, το κλάδευε και το φρόντιζε για πολύ καιρό. Όταν το δένδρο έβγαλε φρούτα, εκείνος τα πούλαγε και έβγαλε πολλά χρήματα. Όμως, επειδή φοβόταν πολύ, περίφραξε το δένδρο και πάντα το πρόσεχε.
Αυτός ο έμπορος όμως δεν φοβόταν μόνο — ήταν και δουλευταράς. Με την προσπάθειά του έκανε τους καρπούς του δένδρου νοστιμότερους και πολλοί άνθρωποι τους αγόραζαν. Μερικοί τους παρέδιδαν σε πολυάσχολους χωρικούς, άλλοι έφτιαχναν μαρμελάδα από τα φρούτα και την πουλούσαν. Ο έμπορος μονοπωλούσε το δένδρο με τα φρούτα. Όταν κάποιος του είπε «έχουν πολλές σκουληκότρυπες», έκανε πως δεν άκουσε και είπε «είναι φτηνό, οπότε μην παραπονιέσαι». Όταν κάποιος τον ρώτησε «χρησιμοποιείς επιβλαβή λιπάσματα;», εκείνος απάντησε «είναι μυστικό της εταιρείας». Όταν κάποιος του πρότεινε «θέλω να αγοράσω ένα κλαδί», εκείνος είπε «δεν θέλω ανταγωνιστές» και απέρριψε την προσφορά. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να πουλάνε τα φρούτα και όλο και περισσότεροι τα αγόραζαν. Όταν ο έμπορος αύξησε την τιμή, είχε μεγάλα κέρδη.
Σε εκείνο το χωριό όμως ζούσε και ένας νεαρός που αληθινά λάτρευε αυτά τα φρούτα. Όταν ο έμπορος αύξησε την τιμή, εκείνος δεν μπορούσε να τα αγοράσει γιατί ήταν πολύ φτωχός. Έτσι, άρχισε να ενδιαφέρεται για ένα άλλο δένδρο κοντά στο χωριό. Αυτό το δένδρο είχε επίσης πολλά φρούτα, αλλά η γεύση τους δεν ήταν τόσο καλή και κανείς δεν το είχε φροντίσει. Έτσι ο νεαρός άρχισε να το φροντίζει μαζί με τους φίλους του, με αποτέλεσμα το δένδρο να βγάζει περισσότερα φρούτα από όσα μπορούσαν να φάνε. Έβαλαν, λοιπόν, μια πινακίδα που έγραφε «ελεύθερο». Υπήρχαν μερικοί άνθρωποι που έπαιρναν τα φρούτα αν και δεν φρόντιζαν το δένδρο, αλλά τον νεαρό δεν τον πείραζε καθόλου.
Οι νεαροί συνέχισαν να προσπαθούν για χρόνια ώστε να βελτιώσουν τη γεύση των φρούτων όσο μπορούσαν. Μερικοί άνθρωποι που έπαιρναν φρούτα έλεγαν «θα σας βοηθήσω», «θα σας βοηθήσω κι εγώ, γιατί δεν θέλουμε να σκοτώσουμε αυτό το δένδρο όπως το πρώτο» και βοηθούσαν σε χρονοβόρες δουλειές. Όσο πιο πολλοί βοηθούσαν, τόσο περισσότεροι έπαιρναν τα φρούτα. Όταν τα φρούτα τέλειωναν, ο κόσμος μπόλιαζε για να αναπτύξει περισσότερα. Και σε αυτά τα νέα δένδρα έβαζαν πινακίδες «ελεύθερο». Κάποιοι παρέδιδαν τα φρούτα, κάποιοι έφτιαχναν μαρμελάδα από αυτά. Ήταν τόσο συνεργάσιμοι μεταξύ τους που μερικές φορές πλήρωναν για να αγοράσουν αγροτικό εξοπλισμό, λίπασμα, και για να καλέσουν ειδικούς ώστε να πάρουν συμβουλές. Έτσι μειώθηκαν οι σκουληκότρυπες, βελτιώθηκε η γεύση των φρούτων και τα φρούτα γίνονταν όλο και πιο δημοφιλή.
Χρόνια αργότερα, πολλά δένδρα με φρούτα είχαν φυτευτεί γύρω από το χωριό και έβγαζαν πολλά λαχταριστά φρούτα. Οι χωρικοί άρχισαν να παραδίδουν τα φρούτα μαζί στην κοντινή πόλη. Εκεί, πολύς κόσμος έλεγε: «πρώτη φορά τρώω τόσο λαχταριστό φρούτο», και το φρούτο έγινε δημοφιλές και εδώ. Πουλούσε τρελά… και δεν ήταν μόνο ο νεαρός και οι φίλοι του χαρούμενοι, αλλά και οι χωρικοί.
Όσο για το τι έγινε ο έμπορος που μονοπωλούσε το δένδρο; Η επιχείρησή του πήγαινε κι αυτή καλά. Για λίγο μόνο είχε μικρότερη πελατεία, αλλά μεγάλωσε την επιχείρηση προσλαμβάνοντας πολύ κόσμο, στέλνοντας φρούτα στην κοντινή πόλη, αγοράζοντας δένδρα με φρούτα από άλλα χωριά κ.λπ.
Τελικά δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ του νεαρού και του εμπόρου στο ποιος έφτιαχνε νόστιμα φρούτα.
Το παραμύθι αυτό γράφτηκε για να εξηγήσει τι είναι το ανοιχτό λογισμικό με απλά λόγια, και είναι μετάφραση του αντίστοιχου παραμυθιού (PDF) του Yutaka Kachi.
Συνεχίζεται… με την αντίστοιχη ιστορία για τις άδειες του ελεύθερου λογισμικού, καθώς και την ιστορία για την πρωτοβουλία OSI.
