Ένα δικαστήριο στις ΗΠΑ διέταξε την Apple να «βοηθήσει» το FBI να ξεκλειδώσει το iPhone ενός δράστη επίθεσης. Όχι απλώς να παραδώσει δεδομένα που έχει , αλλά να κατασκευάσει μια ειδική έκδοση του iOS που θα απενεργοποιεί τις δικλείδες ασφαλείας, ώστε να μπορεί κανείς να δοκιμάσει αυτόματα εκατομμύρια κωδικούς μέχρι να βρει τον σωστό. Η Apple, με ανοιχτή επιστολή του Tim Cook, αρνήθηκε δημόσια.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: το ζήτημα δεν είναι ένα τηλέφωνο. Το ζήτημα είναι ότι, από τη στιγμή που θα υπάρξει αυτό το εργαλείο, θα υπάρχει για πάντα. Ένα κλειδί που ανοίγει μία κλειδαριά, σχεδιασμένο σωστά, μπορεί να ανοίξει κάθε όμοια κλειδαριά. Και τα «νόμιμα» backdoors, όπως μας έχει διδάξει η ιστορία, σπάνια μένουν μόνο στα χέρια των «καλών» , αρκεί να θυμηθεί κανείς πόσες φορές υποκλοπές που στήθηκαν «για την ασφάλεια» κατέληξαν να παρακολουθούν πολιτικούς, δημοσιογράφους και απλούς πολίτες.
Εδώ ακριβώς φαίνεται γιατί έχει σημασία το αν μπορούμε να ελέγξουμε τον κώδικα που τρέχει στις συσκευές μας. Με κλειστό λογισμικό είμαστε αναγκασμένοι να εμπιστευτούμε τον λόγο του κατασκευαστή ότι δεν υπάρχει κρυφή πόρτα. Με ελεύθερο, ανοιχτό λογισμικό μπορούμε , εμείς ή κάποιος που εμπιστευόμαστε , να το διαπιστώσουμε. Είναι ειρωνικό που εδώ ο «καλός» της ιστορίας είναι μια εταιρία με εξίσου κλειστό οικοσύστημα· το βαθύτερο μάθημα όμως παραμένει ότι η ιδιωτικότητα δεν είναι χάρη που μας κάνει ένας προμηθευτής, αλλά κάτι που πρέπει να μπορούμε να επαληθεύουμε.
Δεν υποτιμώ την ανάγκη μιας έρευνας να προχωρήσει. Το ερώτημα είναι αν θυσιάζουμε την ασφάλεια όλων για να σπάσουμε τη συσκευή ενός. Όπως είχα γράψει και στον βασικό οδηγό ψηφιακής προστασίας, η κρυπτογράφηση δεν είναι παιχνίδι παρανοϊκών· είναι υποδομή της ελευθερίας μας.
Εσείς πού βάζετε τη γραμμή ανάμεσα στην ασφάλεια και στην ιδιωτικότητα;
